Με την ψήφιση του ν. 5303/2026 (ΦΕΚ Α’ 81/22.05.2026) «Αναμόρφωση του κληρονομικού δικαίου και άλλες διατάξεις» σημειώνεται η σημαντικότερη μεταρρύθμιση του κληρονομικού δικαίου των τελευταίων δεκαετιών. Βασικές αλλαγές εντοπίζονται στις ιδιόγραφες διαθήκες, την εξ αδιαθέτου διαδοχή, τη νόμιμη μοίρα, την ευθύνη των κληρονόμων και τις μεταξύ τους σχέσεις, ενώ εισάγεται για πρώτη φορά ο θεσμός των κληρονομικών συμβάσεων.
Ι. Ιδιόγραφες διαθήκες
Οι ιδιόγραφες διαθήκες δεν καταργούνται, θεσπίζονται όμως διατάξεις για την προστασία της γνήσιας βούλησης του διαθέτη και τον περιορισμό των πλαστογραφιών. Συγκεκριμένα, η ατελής ή ελλιπής χρονολογία δεν επιφέρει πλέον αυτοτελώς ακυρότητα.
Προς αποφυγή εκμετάλλευσης ευάλωτων προσώπων, ιδιόγραφη διαθήκη που καταρτίζεται από πρόσωπο το οποίο περιθάλπεται σε φορείς παροχής υπηρεσιών υγείας ή κοινωνικής φροντίδας — κατά τη διάρκεια της περίθαλψης ή εντός τριών μηνών από τη διακοπή της — είναι άκυρη κατά το μέρος που με αυτή καταλείπονται περιουσιακά στοιχεία σε πρόσωπα που συνδέονται με τους φορείς αυτούς (υπαλλήλους, ιδιοκτήτες κ.λπ.), καθώς και σε συγγενείς αυτών.
Τέλος, ως προς τα έννομα αποτελέσματα, η δημοσιευθείσα ιδιόγραφη διαθήκη παράγει αποτελέσματα χωρίς προηγούμενη κήρυξη ως κυρίας μόνο αν είχε κατατεθεί προς φύλαξη σε συμβολαιογράφο ή αν με αυτή τιμώνται και κατιόντες ή σύζυγος. Σε κάθε άλλη περίπτωση — καθώς και όταν η δημοσίευση γίνει μετά την πάροδο δύο ετών από τον θάνατο — απαιτείται κήρυξη ως κυρίας.
ΙΙ. Εξ αδιαθέτου διαδοχή — Ενίσχυση συζύγου και συντρόφου
Βασικός άξονας των αλλαγών είναι η ευνοϊκότερη μεταχείριση του συζύγου και, κατ’ επέκταση, του συντρόφου βάσει συμφώνου συμβίωσης, καθώς και η για πρώτη φορά θέσπιση κληρονομικών δικαιωμάτων για πρόσωπα σε «ελεύθερη ένωση».
Ως προς τον σύζυγο, αυξάνεται το κληρονομικό του μερίδιο: αν συντρέχει με τέκνα, λαμβάνει 1/3 αν υπάρχει ένα τέκνο και 1/4 αν υπάρχουν δύο ή περισσότερα. Αν δεν συντρέχει με τέκνα, γονείς, αδέλφια ή ανίψια, καλείται ως μόνος κληρονόμος στο σύνολο της κληρονομίας. Επιπλέον, δικαιούται αποκλειστική χρήση της οικογενειακής κατοικίας χωρίς αντάλλαγμα για ένα έτος από τον θάνατο, ενώ μπορεί να ζητήσει αντί της κληρονομικής μερίδας την επικαρπία επί περιουσιακών στοιχείων της κληρονομίας — η οποία αποσβήνεται με τον θάνατό του και δεν μεταβιβάζεται. Τα ίδια δικαιώματα ισχύουν και για τον σύντροφο βάσει συμφώνου συμβίωσης.
Ως προς τον σύντροφο σε ελεύθερη ένωση, για πρώτη φορά αναγνωρίζονται κληρονομικά δικαιώματα, εφόσον το πρόσωπο αυτό συμβίωνε μόνιμα με τον κληρονομούμενο για τουλάχιστον τρία χρόνια πριν από τον θάνατό του ή, χωρίς χρονικό περιορισμό, αν είχαν αποκτήσει κοινά τέκνα. Ο σύντροφος κατατάσσεται στην πέμπτη τάξη εξ αδιαθέτου διαδοχής — δηλαδή αμέσως πριν από το Δημόσιο — και για να αναγνωριστεί το δικαίωμά του απαιτείται δικαστική απόφαση. Αν στην κληρονομία περιλαμβάνεται η κοινή οικογενειακή κατοικία και δεν καλείται σύζυγος, δικαιούται και αυτός αποκλειστική χρήση της χωρίς αντάλλαγμα για ένα έτος.
ΙΙΙ. Νόμιμη μοίρα
Ο νέος νόμος καταργεί τον εμπράγματο χαρακτήρα της νόμιμης μοίρας και της προσδίδει ενοχική ενέργεια: μετατρέπεται σε χρηματική αξίωση κατά των κληρονόμων, ενώ ο μεριδούχος γίνεται δανειστής της κληρονομίας. Διατηρείται ωστόσο η δυνατότητα αυτούσιας απόδοσης ποσοστού ή περιουσιακού στοιχείου με δικαστική απόφαση. Η αξίωση γεννάται με τον θάνατο του κληρονομουμένου, είναι κληρονομητή και μεταβιβαστή, και παραγράφεται σε δύο χρόνια.
Αν η κληρονομία δεν επαρκεί για την κάλυψη της νόμιμης μοίρας, ο μεριδούχος μπορεί να στραφεί απευθείας κατά προσώπων που έλαβαν δωρεά ή γονική παροχή από τον κληρονομούμενο, και να ζητήσει τη διαφορά — η αξίωση αυτή βαρύνει και τους κληρονόμους του λήπτη. Τέλος, θεσπίζεται γενικό προνόμιο υπέρ της νόμιμης μοίρας κατά τη διαδικασία του πλειστηριασμού, ενισχύοντας τη θέση του μεριδούχου.
IV. Ευθύνη κληρονόμου — Περιορισμός προσωπικής ευθύνης
Σημαντική αλλαγή αποτελεί η καθιέρωση ως κανόνα του διαχωρισμού κληρονομιαίας και προσωπικής περιουσίας. Ο κληρονόμος δεν ευθύνεται πλέον με την προσωπική του περιουσία για τα χρέη της κληρονομίας, εκτός αν δηλώσει στο δικαστήριο ότι επιθυμεί ελεύθερη διαχείρισή της, ή αν χωρίς τέτοια δήλωση διαθέσει κληρονομιαία στοιχεία για σκοπούς άλλους από την ικανοποίηση των δανειστών — όπως για ίδιο όφελος. Με τον τρόπο αυτό αποφεύγονται οι περιπτώσεις αιφνίδιας επιβάρυνσης κληρονόμων με υπέρογκα χρέη λόγω άγνοιας ή αδράνειας.
V. Σχέσεις συγκληρονόμων — Ευχερέστερη διανομή
Για να αποφευχθεί ο κατακερματισμός της κληρονομιαίας περιουσίας, εισάγεται η δυνατότητα το δικαστήριο να επιδικάσει αδιαίρετο κληρονομικό στοιχείο σε έναν συγκληρονόμο έναντι καταβολής της αγοραίας αξίας των μεριδίων των υπολοίπων, αντί της μέχρι τώρα μοναδικής διεξόδου του πλειστηριασμού. Αν περισσότεροι ζητούν το ίδιο αντικείμενο, το δικαστήριο κρίνει βάσει της ικανότητας καθενός για επωφελή αξιοποίησή του. Παραμένει επίσης το δικαίωμα του συζύγου — και πλέον κάθε συγκληρονόμου που συγκατοικούσε με τον κληρονομούμενο — να αιτηθεί την απόδοση της οικογενειακής κατοικίας αποκλειστικά σε αυτόν κατά τη διανομή, καταβάλλοντας τη διαφορά αν η αξία του ακινήτου υπερβαίνει τη μερίδα του.
VI. Κληρονομικές συμβάσεις
Εισάγονται για πρώτη φορά στην Ελλάδα δύο είδη κληρονομικών συμβάσεων:
Η κληρονομική σύμβαση αιτία θανάτου επιτρέπει σε περισσότερα πρόσωπα να ρυθμίσουν από κοινού την τύχη της περιουσίας τους μετά τον θάνατο. Διαφέρει ουσιαστικά από τη διαθήκη στο ότι είναι δεσμευτική — ο κληρονομούμενος δεν μπορεί να την ανακαλέσει μονομερώς. Η ελευθερία του να διαθέτει την περιουσία του εν ζωή δεν περιορίζεται, εκτός αν συμφωνηθεί διαφορετικά· σε τέτοια περίπτωση, αν ο κληρονομούμενος προβεί εν ζωή σε χαριστική διάθεση περιουσίας, ο αντισυμβαλλόμενος μπορεί να ζητήσει την ανατροπή της δικαιοπραξίας. Μπορεί να προβλέπει αντάλλαγμα εν ζωή, οπότε και οι δύο πλευρές έχουν δικαίωμα υπαναχώρησης σε περίπτωση παραβίασης. Ο κληρονομούμενος διατηρεί ωστόσο το δικαίωμα μονομερούς ανάκλησης αν ο τιμώμενος υποπέσει έναντί του σε παράπτωμα που θα δικαιολογούσε την αποκλήρωσή του, ενώ η σύμβαση μπορεί επίσης να ακυρωθεί βάσει των γενικών διατάξεων για τις δικαιοπραξίες (λόγω πλάνης, απάτης ή απειλής). Καταρτίζεται αποκλειστικά ενώπιον συμβολαιογράφου και δημοσιεύεται όπως οι διαθήκες. Τυχόν μεταγενέστερη διαθήκη ή νέα κληρονομική σύμβαση δεν ισχύει κατά το μέρος που αντίκειται σε προγενέστερη κληρονομική σύμβαση αιτία θανάτου του κληρονομούμενου.
Η κληρονομική σύμβαση παραίτησης επιτρέπει σε κάποιον να παραιτηθεί από μελλοντικά κληρονομικά δικαιώματά του έναντι του αντισυμβαλλομένου, με ή χωρίς αντάλλαγμα. Αν συμφωνηθεί αντάλλαγμα, η σύμβαση παράγει αποτελέσματα μόνο με την καταβολή του εντός έξι μηνών. Ο παραιτηθείς θεωρείται σαν να μην ζούσε κατά τον χρόνο της επαγωγής, και τα αποτελέσματα εκτείνονται — εκτός αν ορίζεται διαφορετικά — και στους κατιόντες του. Και αυτή καταρτίζεται ενώπιον συμβολαιογράφου χωρίς αίρεση ή προθεσμία.
Τα δύο είδη συμβάσεων μπορούν να συνδυάζονται.


