Στο σύγχρονο οικονομικό περιβάλλον, παρατηρείται η ολοένα αυξανόμενη τάση επιχειρηματικής δραστηριοποίησης και εν γένει η αξιοποίηση περιουσιακών στοιχείων μέσω εταιρικών μορφωμάτων. Παράλληλα, αποτελούν συχνό φαινόμενο οι δικαστικές διαμάχες και οι οικογενειακές συγκρούσεις μεταξύ κληρονόμων σε περιπτώσεις θανάτου του φορέα της περιουσίας χωρίς διαθήκη, άκυρων ή ασαφών διατάξεων διαθήκης ή και παραβίασης διατάξεων αναγκαστικού δικαίου (π.χ. προσβολή νόμιμης μοίρας). Τέτοιες καταστάσεις μπορούν να αποφευχθούν με τον έγκαιρο προγραμματισμό της διαδοχής μέσω μεταβίβασης εν ζωή της πλήρους ή της ψιλής κυριότητας μετοχών ή εταιρικών μεριδίων. Εναλλακτικό αλλά εξίσου χρήσιμο εργαλείο αποτελούν οι νεοεισαχθείσες με τον Ν. 5303/2026 κληρονομικές συμβάσεις.
Ι. Ψιλή κυριότητα και επικαρπία
Επικαρπία είναι το εμπράγματο δικαίωμα, σύμφωνα με το οποίο ο δικαιούχος (επικαρπωτής) έχει την εξουσία για πλήρη χρήση και κάρπωση ξένου πράγματος. Ο κύριος του πράγματος, στον οποίο απομένει η κυριότητα απογυμνωμένη (ψιλή) από τις εξουσίες χρήσης και κάρπωσης, χαρακτηρίζεται ψιλός κύριος. Η επικαρπία, εφόσον δεν συμφωνηθεί διαφορετικά, είναι εκ του νόμου αμεταβίβαστη και αποσβήνεται με τον θάνατο του επικαρπωτή, οπότε ο ψιλός κύριος αποκτά αυτοδικαίως την πλήρη κυριότητα χωρίς να απαιτείται αποδοχή κληρονομίας ή οποιαδήποτε άλλη πράξη. Η επικαρπία μπορεί να συσταθεί επί ακινήτων ή κινητών, όπως επί μετοχών ή εταιρικών μεριδίων. Στην τελευταία περίπτωση η δικαιοπραξία καταρτίζεται με ιδιωτικό έγγραφο και ο επικαρπωτής διατηρεί κατά κανόνα τα δικαιώματα ψήφου και λήψης μερίσματος.
Ο μηχανισμός αυτός δίνει τη δυνατότητα για αποτελεσματικό προγραμματισμό της διαδοχής του φορέα της περιουσίας όσο βρίσκεται εν ζωή. Πιο συγκεκριμένα, ο μέτοχος ή εταίρος, με την επιφύλαξη τυχόν περιορισμών που θέτει το καταστατικό, μπορεί να μεταβιβάσει με γονική παροχή ή δωρεά σε κάποιο πρόσωπο την ψιλή κυριότητα των μετοχών ή των εταιρικών του μεριδίων και να διατηρήσει ισοβίως την επικαρπία. Κατ’ αυτόν τον τρόπο ο μεταβιβάζων μέτοχος/εταίρος εξακολουθεί να ασκεί τα δικαιώματα που απορρέουν από τη συμμετοχή του στην εταιρεία, ενώ ο αποκτών διατηρεί την ψιλή κυριότητα με περιορισμένες εξουσίες μέχρι τον θάνατο του επικαρπωτή, οπότε επέρχεται συνένωση των δύο και η ψιλή κυριότητα μετατρέπεται σε πλήρη χωρίς την ανάγκη άλλης διατύπωσης. Αντίστοιχα μπορούν να μεταβιβαστούν και άλλα περιουσιακά στοιχεία, όπως ακίνητα, οπότε ο επικαρπωτής διατηρεί το δικαίωμα χρήσης και εκμίσθωσης.
II. Οφέλη
Α. Φορολογικά
Η μεταβίβαση της ψιλής κυριότητας με γονική παροχή ή δωρεά εν ζωή υπάγεται στις διατάξεις του Κώδικα Φορολογίας Περιουσίας (Ν. 5219/2025 όπως ισχύει). Κατά κανόνα, η φορολόγηση του ψιλού κυρίου αναβάλλεται έως τη συνένωση της επικαρπίας με την ψιλή κυριότητα, οπότε ο φόρος υπολογίζεται επί της αξίας της πλήρους κυριότητας κατά τον χρόνο εκείνο. Ωστόσο, ο ψιλός κύριος έχει τη δυνατότητα να ζητήσει την άμεση φορολόγηση της ψιλής κυριότητας, οπότε ο φόρος υπολογίζεται μόνο επί της αξίας της ψιλής κυριότητας, δηλαδή της αξίας της πλήρους κυριότητας μειωμένης κατά την αξία της επικαρπίας. Η αξία της επικαρπίας προσδιορίζεται βάσει ποσοστού της αξίας της πλήρους κυριότητας ανάλογα με την ηλικία του επικαρπωτή. Ειδικότερα, το ποσοστό ξεκινά από τα 8/10 (80%) της αξίας της πλήρους κυριότητας για επικαρπωτή έως 20 ετών και μειώνεται κατά ένα δέκατο ανά δεκαετία, φθάνοντας στα 3/10 (30%) αν ο επικαρπωτής είναι άνω των 60 ετών, 2/10 (20%) αν είναι άνω των 70 ετών και 1/10 (10%) αν είναι άνω των 80 ετών. Ενδεικτικά σε μεταβίβαση από γονέα 62 ετών η επικαρπία θα αποτιμηθεί στο 30% της αξίας της πλήρους κυριότητας. Συνεπώς, η άμεση φορολόγηση της ψιλής κυριότητας σε περίπτωση μεταβίβασής της θα υπολογιστεί, κατόπιν αφαίρεσης του 30% της επικαρπίας, βάσει του 70% της αξίας της πλήρους κυριότητας. Σε αυτή την περίπτωση, με τον θάνατο του επικαρπωτή, δεν γεννάται καμία περαιτέρω φορολογική υποχρέωση, ούτε απαιτείται υποβολή δήλωσης.
Η επιλογή της άμεσης φορολόγησης είναι ιδιαίτερα συμφέρουσα διότι η φορολογητέα αξία:
1) «κλειδώνει» στην αξία της μετοχής ή του μεριδίου κατά τον χρόνο της μεταβίβασης ανεξάρτητα από τη μεταγενέστερη αύξησή της και
2) μειώνεται κατά την αξία της επικαρπίας.
Επιπρόσθετα, στον ίδιο νόμο προβλέπεται αφορολόγητο όριο 800.000 ευρώ για γονικές παροχές και δωρεές προς συγγενικά πρόσωπα του μεταβιβάζοντος και συγκεκριμένα τον σύζυγο ή το μέρος συμφώνου συμβίωσης, τα τέκνα, τα εγγόνια και τους γονείς. Το ποσό του αφορολόγητου είναι αυτοτελές και ισχύει ανεξάρτητα για κάθε παρέχοντα και κάθε δικαιούχο (δηλαδή 800.000€ από τον πατέρα στο τέκνο, 800.000€ από τη μητέρα στο ίδιο τέκνο, 800.000€ από τον πατέρα στο 2ο τέκνο κ.ο.κ.). Το αφορολόγητο δεν ισχύει αποκλειστικά για μια μεμονωμένη μεταβίβαση καθώς κάθε γονική παροχή ή δωρεά μεταξύ των ίδιων προσώπων εξαντλεί μέρος του ορίου, ενώ το υπόλοιπο παραμένει διαθέσιμο για τις επόμενες. Μετά την εξάντληση του ορίου, τυχόν υπερβάλλουσα αξία φορολογείται με συντελεστή 10%.
Θα πρέπει ωστόσο να σημειωθεί ότι από τις φορολογικές αρχές έχει κριθεί πως μεταβιβάσεις με παρεμβολή ενδιάμεσων προσώπων με σκοπό την καταστρατήγηση του ορίου των 800.000€ μπορούν να θεωρηθούν τεχνητή διευθέτηση και να φορολογηθούν κανονικά με την ταυτόχρονη επιβολή προστίμου. Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι οι «τριγωνικές συναλλαγές» όπως η περίπτωση που η μητέρα με μεταβιβάσεις προς το τέκνο της έχει εξαντλήσει το αφορολόγητο όριο και μεταβιβάζει το περιουσιακό στοιχείο στον πατέρα με σκοπό ο τελευταίος στην συνέχεια να το μεταβιβάσει στο τέκνο τους απολαμβάνοντας το αφορολόγητο που αντιστοιχεί σε αυτόν (Βλ. Εγκύκλιο E. 2077/20-10-2022 παρ. 5.13 και ΔΕΔ 1005/2024). Αν αποκλειστικός σκοπός της μεταβίβασης είναι όχι η ενσωμάτωση του αντικειμένου στην περιουσία του αποκτώντος αλλά η περαιτέρω μεταβίβαση στον πραγματικό λήπτη της δωρεάς προς αποφυγή της φορολόγησης, τότε το σχήμα θα χαρακτηριστεί ως τεχνητή διευθέτηση.
Από την άλλη, στην κληρονομική διαδοχή δεν ισχύει το αφορολόγητο όριο των 800.000€. Ο φόρος κληρονομιάς υπολογίζεται βάσει ειδικής κλίμακας κατά την οποία τα συγγενικά πρόσωπα που προαναφέρθηκαν (σύζυγος, μέρος συμφώνου συμβίωσης, τέκνα, εγγόνια, γονείς) απολαμβάνουν αφορολόγητο ποσό 150.000 ευρώ. Για το τμήμα της αξίας που υπερβαίνει τα 150.000 έως 300.000 ευρώ προβλέπεται συντελεστής 1%, για το τμήμα από 300.000 έως 600.000 ευρώ συντελεστής 5% και για το υπερβάλλον συντελεστής 10%. Βάσει των παραπάνω είναι εμφανές το φορολογικό όφελος της εν ζωή μεταβίβασης για περιουσιακά στοιχεία μεγάλης αξίας ή για πολλαπλές διαδοχικές μεταβιβάσεις.
Β. Κληρονομικά
Ακολουθώντας την παραπάνω λύση εξασφαλίζεται τόσο η βούληση του παρέχοντος όσο και τα συμφέροντα των διαδόχων.
Πιο συγκεκριμένα, ο παρέχων προγραμματίζει τη διανομή των μετοχών ή εταιρικών μεριδίων του με τον βέλτιστο τρόπο για τη συνέχιση της επιχείρησης χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε μελλοντική ενέργεια. Ακόμη, μέσω της εν ζωή μεταβίβασης μπορούν να αποφευχθούν νομικά ζητήματα που ενδεχομένως να ανέκυπταν στο μέλλον και να οδηγούσαν σε δικαστικές διενέξεις (όπως τυχόν προσβολή της νόμιμης μοίρας).
Αντίστοιχα και υπέρ των διαδόχων περιορίζονται απρόοπτες μεταβολές στη συχνά συμφωνημένη διανομή της περιουσίας. Ειδικότερα, αποφεύγονται κίνδυνοι όπως η τυχόν προσβολή ιδιόγραφης διαθήκης, η μονομερής ανάκληση ή αλλαγή της, αλλά και η τυχόν μεταβίβαση των περιουσιακών στοιχείων του διαθέτη σε τρίτο πριν τον θάνατο.
ΙΙΙ. Εναλλακτικό εργαλείο: Κληρονομικές συμβάσεις
Μέσω του προσφάτως θεσπισθέντος θεσμού των κληρονομικών συμβάσεων δίνεται για πρώτη φορά στον φορέα της περιουσίας (κληρονομούμενο) η δυνατότητα να ρυθμίσει από κοινού με τον αντισυμβαλλόμενο την τύχη της κληρονομίας του μετά τον θάνατό του, κατά τρόπο δεσμευτικό. Ταυτόχρονα, η συμφωνία αυτή μπορεί να συνδυαστεί με την παραίτηση του αντισυμβαλλομένου, με ή χωρίς αντάλλαγμα, από τυχόν αξιώσεις που θα είχε επί της κληρονομίας, διασφαλίζοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο την αδυναμία αμφισβήτησης της διαδοχής.
Κατά βάση, οι συμβάσεις αυτές παρέχουν παρόμοια οφέλη με την εν ζωή μεταβίβαση, καθώς διασφαλίζουν τον έγκαιρο προγραμματισμό και την αποφυγή κινδύνων που σχετίζονται με την σύνταξη διαθήκης. Ωστόσο, διαφέρουν ως προς τρία βασικά σημεία:
1) Δεν παρέχεται το αφορολόγητο όριο των 800.000 ευρώ αλλά προβλέπεται ειδική φορολογική κλίμακα όπως αναφέρεται παραπάνω, αφού τα αποτελέσματα της σύμβασης και άρα η μεταβίβαση των περιουσιακών στοιχείων επέρχονται με τον θάνατο του κληρονομούμενου και την αποδοχή της κληρονομίας από τον κληρονόμο.
2) Ο φορέας της περιουσίας διατηρεί πλήρη κυριότητα επί των αντικειμένων της σύμβασης μέχρι τον θάνατό του και έχει κατ’ αρχήν το δικαίωμα να τα μεταβιβάσει, εκτός αν συμφωνηθεί διαφορετικά ή η μεταβίβαση έγινε από χαριστική αιτία με σκοπό τη βλάβη του αντισυμβαλλομένου.
3) Σε αντίθεση με τη γονική παροχή η οποία καταρχήν δεν ανακαλείται, δίνεται εκ του νόμου στον κληρονομούμενο η δυνατότητα να ανακαλέσει τη διάταξη της κληρονομικής σύμβασης υπέρ ενός προσώπου, σε περίπτωση που αυτό υποπέσει σε παράπτωμα που θα δικαιολογούσε την αποκλήρωσή του. Η δωρεά, από την άλλη, μπορεί υπό προϋποθέσεις να ανακληθεί λόγω αχαριστίας.
IV. Συμπέρασμα
Η εν ζωή μεταβίβαση σε συγγενικά πρόσωπα, και ιδίως η μεταβίβαση της ψιλής κυριότητας μετοχών, εταιρικών μεριδίων ή άλλων περιουσιακών στοιχείων, με παρακράτηση της επικαρπίας, αποτελεί ένα ευέλικτο και αποτελεσματικό εργαλείο προγραμματισμού της διαδοχής. Ο φορέας της περιουσίας διατηρεί ισοβίως τη χρήση, τα εισοδήματα και τον έλεγχο της επιχείρησης, και διασφαλίζει τη διανομή κατά τη βούλησή του χωρίς την ανάγκη άλλων ενεργειών. Ταυτόχρονα, λόγω του ευνοϊκού φορολογικού πλαισίου, περιορίζεται σημαντικά το σχετικό κόστος. Οι κληρονομικές συμβάσεις του Ν. 5303/2026 προσφέρουν πλέον μια εναλλακτική ή συμπληρωματική λύση, ιδίως όταν ο φορέας επιθυμεί να διατηρήσει την πλήρη κυριότητα έως τον θάνατό του. Δεδομένου ότι η καταλληλότερη λύση εξαρτάται από τη σύνθεση και την αξία της περιουσίας, τις οικογενειακές σχέσεις και τους στόχους του φορέα, ο σχεδιασμός της διαδοχής απαιτεί έγκαιρη και εξατομικευμένη νομική και φορολογική εκτίμηση κάθε περίπτωσης.


